Το Όποιο είναι η Θρησκεία του Λαού

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Ξημερώνει και βραδυάζει...

Πάντα ένοχος και απών στην καταδίκη. Επιφανής ήρωας στις χαμένες φαντασιώσεις και απρόσωπο μέρος του συνόλου, νοσταλγώντας την προσωπική δόξα και τις δάφνες που με στεφάνωνες. Ματαιότητα και ματαιοδοξία η προσμονή και τα βήματα προς την απουσία σου. Αφήνιασα με τα εγωιστικά παιχνίδια της κρήνης με το κεφάλι λιονταριού που με έκανε να νομίζω ότι κοιτάω καθρέφτη. Ήπια από το νερό της και λούστηκα με αυτό μα τα νύχια και η λεοντή δεν φύτρωσαν ποτέ. Κι εσύ περίμενες σα μητέρα κι ερωμένη.
Απολογούμαι; Όχι. Συνοψίζω. Ανακεφαλαιώνω μια ζωή που θα λήξει μακρυά από την καρδιά της. Στη χάρισα και την κράτησες. Εγώ κράτησα τη δική σου. Θέλω να την πάρεις πίσω και να ζήσεις με δύο. Δική μου πια δεν έχω. Τα πνιγμένα δάκρυα θα κλείσουν για πάντα το κενό.
Πως θα ζήσουμε έτσι; Πως θα πεθάνουμε μαζί μια νύχτα κάτω από το φεγγάρι, με τον Μπετόβεν να υμνεί το σεληνόφως; Τον Μπαχ να καλοσορίζει τη βροχή με ένα μινόρε αντάτζιο; Με τους στίχους που αγαπήσαμε να βγαίνουν υγροί από τα χείλη που μόλις φιλήθηκαν; Τα σώματά μας να αχνίζουν τον έρωτα στην τελευταία τους πράξη;
Όλο ερωτήσεις. Πως είσαι και τί κάνεις; Απλές κουβέντες που κρύβουν τις πραγματικές. Μάσκες στην όψη που έχω καιρό να δω στον πρωινό μου ξύπνιο. Το παραπέτασμα με έκρυψε πια ολόκληρο και περιμένω μια φωτιά να κάψει όλο το σπίτι.
Δε ζητώ τη λύτρωση μα ο έρωτας και η αγάπη - πόσο θα ήθελα να σου χαΐδευα μαζί τους το πρόσωπο και τα βαθειά σου μάτια.
Κάποιος ρώτησε: Τί ποιό ρομαντικό από το να πεθάνεις στο φως του φεγγαριού; Και ποτέ δεν του απάντησα, πως είναι ευχή και ευλογία ποτέ να μην πεθάνεις μόνος.
Έρχεται το πρωινό. Άλλο ένα βήμα και η ζωή απλώνει το χέρι της στη ζητιανιά δυσεξαργύρωτης ελπίδας.
Τόσο πολύ, τόσο βαθειά σε αγαπώ που η θάλασσα πλυμμιρίζει δελφίνια στο κάθε μου κοίταγμα. Μια μέρα θα πάω μαζί τους για να σε βρω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: