Το Όποιο είναι η Θρησκεία του Λαού

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2007

Διαφημιστικό

Είχε πλάκα και το αντέγραψα.



Εμπνευσμένος ο ποιητής.

Εμετικά παράξενος ο κόσμος μας ετούτος

Υπό την επήρρεια βαρειάς δόσης εργασίας, γράφω το κειμενάκι ετούτο. Αντιπαρέρχομαι τα συναισθήματα φυγής, απόδρασης και αποδήμησης και τις ανοδικές διαθέσεις του περιεχόμενου του στομάχου μου όταν ακούω ή βλέπω το αφεντικό και γράφω. Χωρίς όμως σκοπό να πω κάτι ή για κάτι.

Είμαι διαφορετικός από τους άλλους; Ναι. Όλοι είμαστε διαφορετικοί. άλλοι κλαίνε με το δάσος και άλλοι με τα ζωάκια που κάηκαν. Άλλος θρηνεί το σπίτι του, τους κόπους του. Εγώ δεν κλαίω. Μπορώ να πω πως βαρέθηκα να τα ακούω. Ρουτίνιασα. Αυτή η καθημερινή ενασχόληση όλων με διακοπές, πυρκαγιές, σεισμούς. εκλογές και λοιπές καταστροφές έγινε στίγμα στην πρωινή μου λιακάδα.

Αυτά και κάτι μικροτσούτσουνοι, κομπλεξικοί, αγάμητοι, ανοργασμικοί λακέδες του περίγυρού μου. Εγώ φταίω ρε μάστορα που γεννήθηκες καρμίρης;

Γκρίνια πρωινή. Μας βάζουν ερκοντίσιον στο γραφείο και το τρυπάνι μου θυμίζει τη γλυκιά φωνούλα του αφεντικού. Μας βάζουν ερκοντίσιον σε ένα γραφείο ημιορόφου με παράθυρο 0,50Χ1,50 σε κλειστό ακάλυπτο. Περάσαμε ένα καλοκαίρι μέσα σε ένα γραφείο χωρίς ερκοντίσιον και τέσσερεις υπολογιστές να δουλεύουν. Ψήναμε κουλουράκια στα γραφεία επάνω. Μέση θερμοκρασία οι 35 βαθμοί. Μέση ανεκτικότητα υπό του μηδενός.

Θα μου πεις: "Κι αν ήσουν οικοδόμος ρε μεγάλε;" Έλα που δεν είμαι. Ζω σε ένα δικό μου κόσμο και επάγγελμα. Δε συγκρίνω. Γκρινιάζω. Υπάρχουν και χειρότερα, δε λέω. Είναι όμως αλλού και το αλλού δε βλέπει το δικό μου. Δεν υπάρχει συλλογική συνείδηση απ' όσο ξέρω. Άρα μουρμουρίζω τα δικά μου σε ενεστώτα, πρώτο πρόσωπο. Εξάλλου, ούτε τρόλλεϊ είμαι. Τί να κάνω; Να βάλω τα δάχτυλα στη μπρίζα, φορτωμένος με γριές, χοντρούς και κλανιάρηδες για να το καταλάβω τί τραβάει;

Σκατά. Ωραία λέξη. Σου γεμίζει το στόμα. Το πρόβλημα έρχεται όταν σου γεμίζει τη ζωή.

Να δω τί θα πρωτοκάνω όταν έρθει η μέρα του Αγίου Πούτσου.

Το χειμώνα να δω πως θα κρατήσω τον Κουστώ έξω από το σπίτι. Θα μου κατσικωθεί ο μαλάκας για υποβρύχια γυρίσματα. Βλέπεις έχει ολίγη υγρασία.

Πέρασε κι ο δεκαπενταύγουστος. Ημέρα θρησκευτικής ευλάβιας. ΟΛΟΙ ξεχύθηκαν στις εκκλησιές και τα μοναστήρια, αυξάνωντας τα εισοδήματα των πιστέμπορων. Και μετά, κοψίδια. Και καθ' όλη τη διάρκεια. παστωμένοι σα σαρδέλλες έψαλλαν τον ύμνο της Παναγίας της γαμωσταυρούσας.

Γέμισαν οι παραλίες εσωτερικό τουρισμό με ταπεράκια, ρακέτες και σαγιονάρες. Όλα υπό τον ρυθμικό ήχο "πατς - πατς". Τα χειλάκια, τα ρακετάκια, τα πασουμάκια όλα "πατς - πατς". Το κίνημα του Έλλην πατς-ά.

Αν ποτέ γίνει πόλεμος δεκαπενταύγουστο, καλύτερα να κάνουμε μπάνιο γιατί θα μας γαμήσουν.

Δεν θέλω άλλο να βλέπω τηλεόραση γεμάτη πολιτικούς και πολιτικάντηδες. Θέλω να βλέπω τηλεόραση γεμάτη Στρουμφάκια. Αυτά τουλάχιστον είναι περήφανα για τις πούτσες μπλε που έχουν.

Είμαστε κοντά έντεκα εκατομμύρια. Σε μια χώρα με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής. Εκατοντάδες νησιά. Κι όμως, στοιβαζόμαστε όλοι σε πολύ συγκεκριμένες. Σαν τους θαλάσσιους ελέφαντες σε περίοδο αναπαραγωγής. Φώκιες, το κουβαδάκι σας και σ' άλλη παραλία.

Ψωλάρω, άρα υπάρχω. Το ψώλινγκ είναι μια μορφή φιλοσοφικής επαγρύπνησης. Βλέπε Ηράκλειτο, Πυθαγόρα και άλλους αρχαίους. Οι δουλάρες στα χωράφια και αυτοί παίζαν τη μούσα τους. Μήπως έχετε άλλη άποχη; Ε, τότε να πάτε να γαμηθείτε. Ρητορική ερώτηση ήταν.

"Καλημέρα σας, τηλεφωνώ εκ μέρους της εταιρείας δημοσκοπήσεων Tapairnoumehondra και θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Έχετε πέντε λεπτά;"
"ΔΓ/ΔΑ"
"Ορίστε;"
"ΔΓ/ΔΑ, καλή μου. Τί δεν κατάλαβες; όπου ερώτηση, βάλε απάντηση ΔΓ/ΔΑ"
"Δηλαδή σε όλες τις ερωτήσεις που πρόκειτε να σας κάνω, θα απαντήσετε Δε Γνωρίζω / Δεν απαντώ;"
"Όχι."
"Τότε;"
"Δε Γαμιέστε / Δεν Απαντώ. Κοίτα, μην το πάρεις προσωπικά. Οι απόψεις μου δεν μπαίνουν στο ερωτηματολόγιό σου οπότε, άστο καλύτερα."
"Μάλιστα..."
"Καλή σου μέρα. Σε αφήνω γιατί έχω το μουσακά στο κρεββάτι και το μωρό στο φούρνο. Φιλάκια σου."

Φιλάκια μου, με αγαπώ κι ας φτύνω.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007

Ξημερώνει και βραδυάζει...

Πάντα ένοχος και απών στην καταδίκη. Επιφανής ήρωας στις χαμένες φαντασιώσεις και απρόσωπο μέρος του συνόλου, νοσταλγώντας την προσωπική δόξα και τις δάφνες που με στεφάνωνες. Ματαιότητα και ματαιοδοξία η προσμονή και τα βήματα προς την απουσία σου. Αφήνιασα με τα εγωιστικά παιχνίδια της κρήνης με το κεφάλι λιονταριού που με έκανε να νομίζω ότι κοιτάω καθρέφτη. Ήπια από το νερό της και λούστηκα με αυτό μα τα νύχια και η λεοντή δεν φύτρωσαν ποτέ. Κι εσύ περίμενες σα μητέρα κι ερωμένη.
Απολογούμαι; Όχι. Συνοψίζω. Ανακεφαλαιώνω μια ζωή που θα λήξει μακρυά από την καρδιά της. Στη χάρισα και την κράτησες. Εγώ κράτησα τη δική σου. Θέλω να την πάρεις πίσω και να ζήσεις με δύο. Δική μου πια δεν έχω. Τα πνιγμένα δάκρυα θα κλείσουν για πάντα το κενό.
Πως θα ζήσουμε έτσι; Πως θα πεθάνουμε μαζί μια νύχτα κάτω από το φεγγάρι, με τον Μπετόβεν να υμνεί το σεληνόφως; Τον Μπαχ να καλοσορίζει τη βροχή με ένα μινόρε αντάτζιο; Με τους στίχους που αγαπήσαμε να βγαίνουν υγροί από τα χείλη που μόλις φιλήθηκαν; Τα σώματά μας να αχνίζουν τον έρωτα στην τελευταία τους πράξη;
Όλο ερωτήσεις. Πως είσαι και τί κάνεις; Απλές κουβέντες που κρύβουν τις πραγματικές. Μάσκες στην όψη που έχω καιρό να δω στον πρωινό μου ξύπνιο. Το παραπέτασμα με έκρυψε πια ολόκληρο και περιμένω μια φωτιά να κάψει όλο το σπίτι.
Δε ζητώ τη λύτρωση μα ο έρωτας και η αγάπη - πόσο θα ήθελα να σου χαΐδευα μαζί τους το πρόσωπο και τα βαθειά σου μάτια.
Κάποιος ρώτησε: Τί ποιό ρομαντικό από το να πεθάνεις στο φως του φεγγαριού; Και ποτέ δεν του απάντησα, πως είναι ευχή και ευλογία ποτέ να μην πεθάνεις μόνος.
Έρχεται το πρωινό. Άλλο ένα βήμα και η ζωή απλώνει το χέρι της στη ζητιανιά δυσεξαργύρωτης ελπίδας.
Τόσο πολύ, τόσο βαθειά σε αγαπώ που η θάλασσα πλυμμιρίζει δελφίνια στο κάθε μου κοίταγμα. Μια μέρα θα πάω μαζί τους για να σε βρω.